7 αποτελέσματα για «敦»
敦厚 とんこう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ειλικρίνεια και καλοσύνη, εντιμότητα και απλότητα
敦盛草 アツモリソウ
ουσιαστικό
- 01 ατσουμορισό (είδος ορχιδέας, Cypripedium macranthos var. speciosum)
敦朴 とんぼく
επίθετο
- 01 ειλικρινής και απλός, λιτός
敦睦 とんぼく
επίθετο
- 01 εγκάρδιος και φιλικός, στοργικός
敦賀女子短期大学 つるがじょしたんきだいがく
ουσιαστικό
- 01 Βραχυπρόθεσμο Πανεπιστήμιο Θηλέων Τσουρούγκα
敦賀市立看護大学 つるがしりつかんごだいがく
ουσιαστικό
- 01 Δημοτικό Πανεπιστήμιο Νοσηλευτικής της Τσουρούγκα
敦
- 01 εργατικότητα, επιμέλεια
- 02 καλοσύνη, καλοσυνάτη διάθεση