13 αποτελέσματα για «斉»
斉射 せいしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ομοβροντία, μπαράζ, ταυτόχρονος πυροβολισμός (πυροβόλων ή πυροβολικού)
斉 せい
ουσιαστικό
- 01 Τσι (κινεζικό βασίλειο κατά την περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου και την περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών)
斉唱 せいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταυτόχρονη ψαλμωδία, ομαδική εκτέλεση
斉一 せいいつ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ομοιομορφία, ισότητα
斉家 せいか
ουσιαστικό
- 01 κυβέρνηση της οικογένειας, διοίκηση του οίκου
斉魚 えつ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός γαύρος (Coilia nasus)
斉備 せいび
ουσιαστικό
- 01 πλήρης εξοπλισμός, ενοποίηση
斉列 せいれつ
ουσιαστικό
- 01 παράταξη, σχηματισμός, παρέλαση
斉衡 さいこう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Σαϊκό (30 Νοεμβρίου 854 - 21 Φεβρουαρίου 857)
斉一説 せいいつせつ
ουσιαστικό
- 01 ομοιομορφισμός
斉次 せいじ
ουσιαστικό
- 01 ομογενής
斉次函数 せいじかんすう
ουσιαστικό
- 01 ομογενής συνάρτηση
斉
- 01 προσαρμοσμένος
- 02 όμοιος, ίδιος
- 03 ίσος
- 04 παρόμοια ποικιλία