43 αποτελέσματα για «料»
料理 りょうり N5
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μαγειρική, κουζίνα, φαγητό, πιάτο, έδεσμα
- 02 χειρίζομαι, διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω
料金 りょうきん N3
ουσιαστικό
- 01 τέλος, χρέωση, αντίτιμο, αμοιβή, ναύλος, κόμιστρο
料 りょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος, χρέωση, αντίτιμο, τιμή
- 02 υλικό
料理人 りょうりにん
ουσιαστικό
- 01 μάγειρας, αρχιμάγειρας
料理長 りょうりちょう
ουσιαστικό
- 01 αρχιμάγειρας, σεφ
料理上手 りょうりじょうず
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ικανός στη μαγειρική, καλός μάγειρας
料理屋 りょうりや
ουσιαστικό
- 01 εστιατόριο
料亭 りょうてい
ουσιαστικό
- 01 ριοτέι, παραδοσιακό ιαπωνικό εστιατόριο (ειδικά ένα πολυτελές)
料理店 りょうりてん
ουσιαστικό
- 01 εστιατόριο
料理教室 りょうりきょうしつ
ουσιαστικό
- 01 μάθημα μαγειρικής, σχολή μαγειρικής
料理番 りょうりばん
ουσιαστικό
- 01 μάγειρας
料理法 りょうりほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος μαγειρέματος, μαγειρική, συνταγή
料理下手 りょうりべた
επίθετο
- 01 αδέξιος στη μαγειρική
料理番組 りょうりばんぐみ
ουσιαστικό
- 01 εκπομπή μαγειρικής
料金表 りょうきんひょう
ουσιαστικό
- 01 τιμοκατάλογος, πίνακας χρεώσεων
料金所 りょうきんじょ
ουσιαστικό
- 01 σταθμός διοδίων
料理研究家 りょうりけんきゅうか
ουσιαστικό
- 01 ειδικός μαγειρικής, ερευνητής γαστρονομίας
料理酒 りょうりしゅ
ουσιαστικό
- 01 μαγειρικό σάκε
料理道具 りょうりどうぐ
ουσιαστικό
- 01 σκευή μαγειρικής, μαγειρικά εργαλεία
料紙 りょうし
ουσιαστικό
- 01 χαρτί γραφής