13 αποτελέσματα για «斧»

おの

ουσιαστικό

  1. 01 τσεκούρι, πέλεκυς
よき

ουσιαστικό

  1. 01 τσεκούρι
斧槍 ふそう

ουσιαστικό

  1. 01 φουσό, λογχόπελεκυς
斧鉞 ふえつ

ουσιαστικό

  1. 01 τσεκούρι
斧斤 ふきん

ουσιαστικό

  1. 01 τσεκούρι
斧正 ふせい

ουσιαστικό

  1. 01 διόρθωση, αναθεώρηση
斧鑿 ふさく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοπονημένη εργασία, επιμελής επεξεργασία, σμίλη και τσεκούρι
斧旁 おのづくり

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του τσεκουριού στη δεξιά πλευρά (ονοζουκούρι)
斧足類 ふそくるい

ουσιαστικό

  1. 01 πελεκύποδα (δηλαδή δίθυρα)
斧頭 ふとう

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή τσεκουριού
斧琴菊 よきこときく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο βαφής με τσεκούρι (γιοκί), καβαλάρη οργάνου κότο και χρυσάνθεμο
斧石 おのいし

ουσιαστικό

  1. 01 αξινίτης
  1. 01 τσεκούρι
  2. 02 μπαλτάς, μικρό τσεκούρι