4 αποτελέσματα για «於»
於いて おいて N1
άλλο
- 01 σε, κατά (χρονικός ή τοπικός προσδιορισμός)
- 02 σε (κατάσταση, ζήτημα κ.λπ.), ως προς, σχετικά με, όσον αφορά, αναφορικά με
- 03 εκ μέρους, υπό την εξουσία, στο όνομα
於ける おける
άλλο
- 01 σε, κατά, για
於かれまして おかれまして
άλλο
- 01 σχετικά με, όσον αφορά, ως προς
於
- 01 σε
- 02 σε
- 03 σε
- 04 όσον αφορά, σχετικά με