61 αποτελέσματα για «既»

既に すでに N3

επίρρημα

  1. 01 ήδη
  2. 02 προηγουμένως, πριν
  3. 03 αναμφισβήτητα, αδιαμφισβήτητα, εξαρχής
既に すんでに

επίρρημα

  1. 01 σχεδόν, λίγο έλειψε
既存 きそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπάρχων
既視感 きしかん

ουσιαστικό

  1. 01 ντεζαβού, αίσθηση του ήδη ιδωμένου
既成事実 きせいじじつ

ουσιαστικό

  1. 01 τετελεσμένο γεγονός, κατεστημένο δεδομένο
既知 きち

ουσιαστικό

  1. 01 γνωστός
  2. 02 καθιερωμένος
既婚者 きこんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγαμος
既読 きどく

ουσιαστικό

  1. 01 ήδη αναγνωσμένο
既製品 きせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμο προϊόν, τυποποιημένο αντικείμενο μαζικής παραγωγής
既成 きせい

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένος, υπάρχων, τετελεσμένος, αποδεκτός, ολοκληρωμένος
既婚 きこん N1

ουσιαστικό

  1. 01 έγγαμος
既定 きてい

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένος, σταθερός, προκαθορισμένος
既得権益 きとくけんえき

ουσιαστικό

  1. 01 κεκτημένα δικαιώματα
既定路線 きていろせん

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένη πολιτική, προκαθορισμένη πορεία
既読スルー きどくスルー

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση μηνύματος σε εφαρμογή συνομιλίας χωρίς απάντηση, αφήνω κάποιον στο διαβασμένο
既刊 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 ήδη εκδεδομένος
既得権 きとくけん

ουσιαστικό

  1. 01 κεκτημένα δικαιώματα
既成概念 きせいがいねん

ουσιαστικό

  1. 01 στερεότυπο, προκατειλημμένη ιδέα, προκατάληψη
既往 きおう

ουσιαστικό

  1. 01 παρελθόν
既製服 きせいふく

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμα ρούχα, ρούχα έτοιμης ένδυσης