11 αποτελέσματα για «旬»

しゅん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εποχή (για φρούτα, θαλασσινά κ.λπ.), η καλύτερη περίοδος του έτους για κάτι
  2. 02 της μόδας, δημοφιλής, επίκαιρος, φρέσκος
旬日 じゅんじつ

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαήμερη περίοδος
旬の魚 しゅんのさかな

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακό ψάρι, ψάρι της εποχής
じゅん

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαήμερο (περίοδος δέκα ημερών εντός ενός μηνός)
  2. 02 δεκαετία (περίοδος δέκα ετών σχετικά με την ηλικία)
旬報 じゅんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαήμερη αναφορά
旬間 じゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαήμερη περίοδος
旬刊 じゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαήμερος (δημοσιεύεται κάθε δέκα ημέρες)
旬余 じゅんよ

ουσιαστικό

  1. 01 περισσότερο από δέκα ημέρες
旬外れ じゅんはずれ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός εποχής
旬月 じゅんげつ

ουσιαστικό

  1. 01 διάστημα σαράντα ημερών, δέκα μήνες, μικρό χρονικό διάστημα
  1. 01 δεκαήμερο
  2. 02 δεκαήμερο
  3. 03 εποχή (για συγκεκριμένα προϊόντα)