19 αποτελέσματα για «昆»

昆虫 こんちゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 έντομο, ζωύφιο
昆布 こんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κόνμπου (συχνά Saccharina japonica), κόνμπου, καφέ φύκι, οποιοδήποτε βρώσιμο είδος της οικογένειας των Λαμιναριοειδών
昆虫採集 こんちゅうさいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοσυλλογή
昆布茶 こぶちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάι από φύκια, ρόφημα από κάμπο
昆布巻き こぶまき

ουσιαστικό

  1. 01 φέτες αποξηραμένης ρέγγας ή άλλου ψαριού τυλιγμένες σε φύκια κόμπου και βρασμένες
昆虫類 こんちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 έντομα, τα έντομα
昆虫学者 こんちゅうがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εντομολόγος
昆虫食 こんちゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοφαγία, κατανάλωση εντόμων
昆虫学 こんちゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εντομολογία
昆明 こんめい

ουσιαστικό

  1. 01 Κουνμίνγκ (Κίνα)
昆虫綱 こんちゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εντομολογία (ομοταξία που περιλαμβάνει τα έντομα)
昆弟 こんてい

ουσιαστικό

  1. 01 αδέλφια
昆孫 こんそん

ουσιαστικό

  1. 01 απόγονος έκτης γενιάς, δισεγγονός του δισεγγονού
昆布だし こんぶだし

ουσιαστικό

  1. 01 ζωμός που παρασκευάζεται από κομπού
昆虫ホルモン こんちゅうホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 εντομορμόνη (δηλαδή εκδυζόνη)
昆虫ウイルス こんちゅうウイルス

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοϊός
昆虫恐怖症 こんちゅうきょうふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοφοβία, φόβος για τα έντομα
昆布締め こぶじめ

ουσιαστικό

  1. 01 αλασμένο ή μαριναρισμένο σε ξύδι ψάρι που πιέζεται ανάμεσα σε φύλλα κομπού
  1. 01 απόγονοι
  2. 02 μεγαλύτερος αδελφός
  3. 03 έντομο