26 αποτελέσματα για «昔»

むかし N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 παλιά, το παρελθόν, οι παλιοί καιροί, κάποτε
  2. 02 τα τελευταία δέκα χρόνια, η τελευταία δεκαετία
昔話 むかしばなし

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή ιστορία, λαϊκό παραμύθι, θρύλος
  2. 02 ανάμνηση, διήγηση παλαιότερων γεγονότων
昔ながら むかしながら

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πατροπαράδοτος, αναλλοίωτος (από παλιά), όπως ήταν στο παρελθόν, ο ίδιος και ο ίδιος, παραδοσιακός
昔のまま むかしのまま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 όπως ήταν παλιά, όπως συνήθιζε να είναι, κατά τα παλαιά πρότυπα, στους παλιούς καιρούς
昔々 むかしむかし

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πολύ παλιά, κάποτε
昔を懐かしむ むかしをなつかしむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 νοσταλγώ το παρελθόν, αναπολώ με αγάπη τις παλιές μέρες, αναζητώ τις περασμένες μέρες
昔なじみ むかしなじみ

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός γνώριμος, παλιός φίλος
昔日 せきじつ

ουσιαστικό

  1. 01 παλιές μέρες, παρελθόν
昔語り むかしがたり

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά ιστορία, ανάμνηση
昔風 むかしふう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παλιομοδίτικος, παλαιού τύπου
昔取った杵柄 むかしとったきねづか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δεξιότητα που αποκτήθηκε κατά το παρελθόν, αξιοποίηση της εμπειρίας από το παρελθόν
昔気質 むかしかたぎ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παλαιομοδίτικος τρόπος σκέψης, νοοτροπία περασμένων εποχών
  2. 02 παλαιομοδίτικος
昔時 せきじ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 παλαιότεροι καιροί, περασμένες εποχές
昔年 せきねん

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιότεροι χρόνοι, αρχαιότητα, περασμένα έτη
昔は昔、今は今 むかしはむかし、いまはいま

άλλο

  1. 01 τα περασμένα ξεχασμένα, το παρελθόν είναι παρελθόν και το παρόν είναι παρόν
昔者 むかしもの

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένος, παλαιομοδίτης
昔人間 むかしにんげん

ουσιαστικό

  1. 01 παλιομοδίτης, άνθρωπος παλαιάς κοπής, παλαιοημερολογίτης (μεταφορικά)
昔を想う むかしをおもう

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναπολώ το παρελθόν
昔兎 むかしうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιολαγίνης λαγόμορφο (γένος Παλαιολαγίνες, συμπεριλαμβανομένου του λαγού της Αμάμι και των κόκκινων λαγών των βράχων)
昔式 むかししき

ουσιαστικό

  1. 01 παλιομοδίτικος, σε αρχαίο στυλ