60 αποτελέσματα για «昼»

ひる N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεσημέρι
  2. 02 ημέρα
  3. 03 μεσημεριανό, γεύμα
昼間 ひるま N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ημέρα, διάρκεια της ημέρας, κατά τη διάρκεια της ημέρας, το διάστημα από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, ημερήσια περίοδος
昼食 ちゅうしょく N3

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημεριανό, μεσημεριανό γεύμα
昼食 ちゅうじき

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημεριανό, γεύμα
  2. 02 φαγητό που σερβίρεται σε απογευματινό τσάι
昼休み ひるやすみ N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεσημεριανό διάλειμμα, διάλειμμα για μεσημεριανό, μεσημεριανή ανάπαυση
昼寝 ひるね N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεσημεριανός ύπνος, ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας, σιέστα
昼飯 ひるめし N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημεριανό, γεύμα της ημέρας
昼過ぎ ひるすぎ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 λίγο μετά το μεσημέρι, απόγευμα
昼ご飯 ひるごはん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημεριανό, γεύμα της ημέρας
昼下がり ひるさがり

ουσιαστικό

  1. 01 απόγευμα, αρχή του απογεύματος
昼前 ひるまえ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρωί, προμεσημβρία
  2. 02 λίγο πριν το μεσημέρι
昼夜 ちゅうや

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μέρα και νύχτα
昼頃 ひるごろ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 γύρω στο μεσημέρι
昼時 ひるどき

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεσημέρι, ώρα φαγητού
昼も夜も ひるもよるも

ουσιαστικό

  1. 01 μέρα και νύχτα
昼食後 ちゅうしょくご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά το μεσημεριανό φαγητό
昼食時 ちゅうしょくじ

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα του μεσημεριανού φαγητού
昼食会 ちゅうしょくかい

ουσιαστικό

  1. 01 γεύμα εργασίας
昼夜を問わず ちゅうやをとわず

άλλο

  1. 01 μέρα νύχτα, όλο το εικοσιτετράωρο
昼日中 ひるひなか

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διάρκεια της ημέρας, μεσημέρι, καταμεσήμερο