39 αποτελέσματα για «晩»

ばん N5

ουσιαστικό, επίρρημα, άλλο

  1. 01 βράδυ, νύχτα
  2. 02 βραδινό, βραδινό γεύμα
  3. 03 λέξη μέτρησης νυχτών
晩飯 ばんめし

ουσιαστικό

  1. 01 βραδινό, δείπνο
晩餐 ばんさん

ουσιαστικό

  1. 01 δείπνο (κυρίως επίσημο)
晩餐会 ばんさんかい

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίωση, επίσημο δείπνο
晩年 ばんねん N1

ουσιαστικό

  1. 01 τα τελευταία χρόνια της ζωής κάποιου, τα γεράματα
晩御飯 ばんごはん N5

ουσιαστικό

  1. 01 βραδινό, δείπνο
晩酌 ばんしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ποτό στο σπίτι με το βραδινό γεύμα, ποτό την ώρα του δείπνου
晩秋 ばんしゅう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 βαθύ φθινόπωρο
  2. 02 ένατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
晩夏 ばんか

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 τέλη καλοκαιριού
  2. 02 έκτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
晩春 ばんしゅん

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 τέλη άνοιξης
  2. 02 τρίτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
晩方 ばんがた

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προς το σούρουπο
晩食 ばんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βραδινό φαγητό, δείπνο
晩婚 ばんこん

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένος γάμος
晩節を汚す ばんせつをけがす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κηλιδώνω την υστεροφημία μου, αμαυρώνω τα τελευταία χρόνια της ζωής μου
晩婚化 ばんこんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του μέσου όρου ηλικίας γάμου
晩節 ばんせつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ύστερα χρόνια, δύση της ζωής
晩鐘 ばんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσπερινή καμπάνα, απαγορευτικό νυχτερινής κυκλοφορίας
晩冬 ばんとう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αργός χειμώνας
  2. 02 δωδέκατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
晩期 ばんき

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό στάδιο
晩成 ばんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστερημένη ολοκλήρωση, επιτυχία σε μεγαλύτερη ηλικία, άτομο που ανθίζει αργά