20 αποτελέσματα για «暦»

こよみ N1

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ημερολόγιο, αλμανάκ
暦法 れきほう

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο, ημερολογιακό σύστημα
暦日 れきじつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακή ημέρα, χρόνος
暦術 れきじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνες σύνταξης ημερολογίου
暦学 れきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιολογία, η μελέτη του ημερολογίου
暦数 れきすう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάρτιση ημερολογίου, αριθμός ετών, η μοίρα κάποιου, το ημερολογιακό έτος
暦応 りゃくおう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Ριακούο (της Βόρειας Αυλής· 28 Αυγούστου 1338 έως 27 Απριλίου 1342), εποχή Ρεκίο
暦本 れきほん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλία σχετικά με το ημερολόγιο, ημερολόγιο, αλμανάκ
暦年 れきねん

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακό έτος, πολιτικό έτος, χρόνος, έτος με το έτος
暦注 れきちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες πληροφορίες καταγεγραμμένες στο ημερολόγιο (που αφορούν την αστρονομία, την αστρολογία κ.ά.)
暦仁 りゃくにん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Ριακουνίν (23 Νοεμβρίου 1238 – 7 Φεβρουαρίου 1239)
暦改正 こよみかいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακή μεταρρύθμιση
暦月 れきげつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακός μήνας
暦年度 れきねんど

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακό έτος
暦の中段 こよみのちゅうだん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δώδεκα όροι που χρησιμοποιούνται στο παλαιό ημερολόγιο ως δείκτες για τυχερές και άτυχες δραστηριότητες (κογιόμι νο τσουντάν)
暦週 れきしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολογιακή εβδομάδα
暦日付 れきひづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία ημερολογίου
暦道 れきどう

ουσιαστικό

  1. 01 μελέτη του ημερολογίου, τρόπος του ημερολογίου
暦者 れきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής ημερολογίων, συντάκτης αλμανάκ
  1. 01 ημερολόγιο
  2. 02 αλμανάκο, ημερολόγιο