11 αποτελέσματα για «曖»

曖昧 あいまい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασαφής, αόριστος, αμφίσημος
  2. 02 ύποπτος, ανυπόληπτος
  3. 03 θολός, ασαφής
曖昧模糊 あいまいもこ

επίθετο, άλλο, επίρρημα

  1. 01 ασαφής, αόριστος, διφορούμενος
曖昧さ あいまいさ

ουσιαστικό

  1. 01 ασάφεια
曖昧宿 あいまいやど

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος ανοχής που λειτουργεί υπό το κάλυμμα τσαγερί, πανδοχείου, εστιατορίου κ.λπ.
曖々 あいあい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θαμπός, αμυδρός, ασαφής
曖昧屋 あいまいや

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο που λειτουργεί υπό το κάλυμμα τσαγερείου, πανδοχείου, εστιατορίου κ.λπ.
曖昧茶屋 あいまいぢゃや

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος ανοχής που λειτουργεί υπό το προκάλυμμα τεϊοποτείου, πανδοχείου, εστιατορίου κ.ά.
曖昧アクセント あいまいアクセント

ουσιαστικό

  1. 01 αϊμάι ακσέντο, χρησιμοποιείται σε μέρη του Κάντο
曖昧性解消 あいまいせいかいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρση αμφισημίας
曖昧さ回避 あいまいさかいひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αποσαφήνιση (μιας σελίδας της Βικιπαίδειας κ.λπ.), αποστροφή της ασάφειας
  1. 01 σκοτεινός
  2. 02 ασαφής