9 αποτελέσματα για «曙»

曙光 しょこう

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, χάραμα, το πρώτο φως της ημέρας
  2. 02 πρώτη ένδειξη, αχτίδα, σπίθα, λάμψη, προοπτικές
あけぼの

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, χάραμα, απαρχή
曙色 あけぼのいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα του σολομού, ροζ με κίτρινη απόχρωση
曙貴 あけたか

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 που κυριαρχήθηκε από τους γιοκοζούνα Ακεμπόνο και Τακανοχάνα ΙΙ
曙貴時代 あけたかじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1990 που κυριαρχήθηκε από τους γιοκοζούνα Ακεμπόνο και Τακανοχάνα ΙΙ
曙草 アケボノソウ

ουσιαστικό

  1. 01 ακεμπονόσο (είδος φυτού της οικογένειας των γεντιανοειδών)
曙蝶々魚 アケボノチョウチョウウオ

ουσιαστικό

  1. 01 ακεμπονο-τσοτσο-ουο (μαυρόρραχη πεταλούδα της θάλασσας)
曙繻子蘭 あけぼのしゅすらん

ουσιαστικό

  1. 01 ακεμπόνο-σουσουράν (Goodyera foliosa)
  1. 01 αυγή
  2. 02 χάραμα