5 αποτελέσματα για «曰»
曰く いわく
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πρόφαση, ιστορία, παρελθόν, αφήγηση
- 02 σύμφωνα με..., λέει...
曰くありげ いわくありげ
επίθετο
- 01 υπονοητικός, μυστηριώδης
- 02 υποδηλωτικός, γεμάτος νόημα
曰わく のたまわく
επίρρημα
- 01 σύμφωνα με, λέγει
曰く言い難し いわくいいがたし
άλλο
- 01 εξηγείται δύσκολα, είναι δύσκολο να ειπωθεί
曰
- 01 λέω
- 02 λόγος
- 03 πρόφαση
- 04 ιστορία
- 05 παρελθόν
- 06 ριζικό "επίπεδος ήλιος" (αριθ. 73)