91 αποτελέσματα για «曲»
曲がる まがる
ρήμα
- 01 λυγίζω, καμπυλώνω, στρεβλώνω, ελίσσομαι, στρίβω
- 02 στρίβω
- 03 είμαι στραβός, είμαι λοξός
曲 きょく
ουσιαστικό
- 01 σύνθεση, μουσικό κομμάτι, τραγούδι, κομμάτι (σε δίσκο)
- 02 μελωδία, σκοπός
- 03 απόλαυση, διασκέδαση, ενδιαφέρον, ευχαρίστηση
曲げる まげる N2
ρήμα
- 01 λυγίζω, κάμπτω, καμπυλώνω, κουλουριάζω
- 02 γέρνω, κλίνω, πλαγιάζω
- 03 διαστρεβλώνω, παραποιώ, στρεβλώνω
- 04 υποχωρώ (σε ένα σημείο), αποκλίνω (από μια αρχή), αγνοώ (τι σκέφτομαι πραγματικά)
- 05 ενεχυριάζω
曲線 きょくせん N2
ουσιαστικό
- 01 καμπύλη
曲がり角 まがりかど
ουσιαστικό
- 01 γωνία, στροφή (του δρόμου), καμπή
- 02 σημείο καμπής, κρίσιμη καμπή
曲者 くせもの
ουσιαστικό
- 01 κακοποιός, απατεώνας, κλέφτης, ύποπτο άτομο
- 02 ιδιόρρυθμος άνθρωπος, ιδιότροπο άτομο, πεισματάρης άνθρωπος
- 03 ύπουλο πράγμα, κάτι που δεν είναι αυτό που φαίνεται
- 04 ειδικός, αυθεντία, άτομο με υψηλή εξειδίκευση
- 05 καμπούρο, οπτασία, τέρας, φάντασμα, πνεύμα
曲がりなりにも まがりなりにも
επίρρημα
- 01 έστω και ατελώς, κάπως, με κάποιον τρόπο
曲がりくねる まがりくねる
ρήμα
- 01 ελίσσομαι, στριφογυρίζω, κάνω ζιγκ-ζαγκ
曲芸 きょくげい
ουσιαστικό
- 01 ακροβατικά, ακροβατική παράσταση, κασκαντεριλίκι
曲目 きょくもく
ουσιαστικό
- 01 τίτλος μουσικού κομματιού, μουσικό νούμερο
- 02 πρόγραμμα, λίστα τραγουδιών, επιλογή μουσικών κομματιών
曲解 きょっかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσκεμμένη παρερμηνεία, διαστρέβλωση (λόγων κάποιου κ.λπ.), παραποίηση, διαστροφή, δόλια κατανόηση
曲名 きょくめい
ουσιαστικό
- 01 τίτλος μουσικής σύνθεσης, όνομα μουσικού κομματιού, τίτλος τραγουδιού
曲刀 きょくとう
ουσιαστικό
- 01 κυρτό σπαθί (π.χ. σιμιντάρ, σαμσίρ κ.λπ.), κυρτή λεπίδα
曲調 きょくちょう
ουσιαστικό
- 01 μελωδία, σκοπός
曲がり まがり
ουσιαστικό
- 01 καμπυλότητα, στρέβλωση, κάμψη
曲面 きょくめん
ουσιαστικό
- 01 καμπύλη επιφάνεια
曲折 きょくせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάμψη, ελικoειδής πορεία, μαιανδρισμός, ζιγκ-ζαγκ
- 02 αυξομειώσεις, ανατροπές, περιπλοκές, δυσκολίες, διακυμάνσεις
曲芸師 きょくげいし
ουσιαστικό
- 01 ακροβάτης, ζογκλέρ
曲馬団 きょくばだん
ουσιαστικό
- 01 θίασος τσίρκου
曲作り きょくづくり
ουσιαστικό
- 01 μουσική σύνθεση, συγγραφή μελωδίας, δημιουργία τραγουδιού