13 αποτελέσματα για «曳»
曳航 えいこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρυμούλκηση πλοίου
曳光弾 えいこうだん
ουσιαστικό
- 01 φωτιστική βολίδα, φωτιστική οβίδα, φωτοβολίδα
曳船 えいせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρυμουλκό
- 02 ρυμούλκηση
曳山 ひきやま
ουσιαστικό
- 01 εορταστικό άρμα
曳子 ひきこ
ουσιαστικό
- 01 τραβηχτής αμαξιδίου (jinrikisha)
曳網 ひきあみ
ουσιαστικό
- 01 δίχτυ συρτής, τράτα
曳々 えいえい
ουσιαστικό
- 01 έλξη, τράβηγμα
曳火弾 えいかだん
ουσιαστικό
- 01 βλήμα με πυροσωλήνα χρόνου, βλήμα εναέριας πυροδότησης
曳家 ひきや
ουσιαστικό
- 01 μετακίνηση κτιρίου (χωρίς αποσυναρμολόγηση), μεταφορά οικίας
曳舞 ひきまい
ουσιαστικό
- 01 μετακίνηση κτιρίου (χωρίς αποσυναρμολόγηση), μεταφορά οικίας
曳痕弾 えいこんだん
ουσιαστικό
- 01 ιχνηλάτης βλήμα, ιχνηλάτης οβίδα
曳火 えいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτόξευση στον αέρα, έκρηξη στον αέρα (βλήματος, βλήματος, κ.λπ.)
曳
- 01 τραβάω
- 02 τραβάω απότομα, έλκω
- 03 τινάζω, τραβάω απότομα
- 04 δέχομαι
- 05 εγκαθιστώ
- 06 παραθέτω
- 07 αναφέρομαι σε