24 αποτελέσματα για «杉»
杉 すぎ N2
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός κέδρος (κρυπτομέρια η ιαπωνική)
杉林 すぎばやし
ουσιαστικό
- 01 δάσος ιαπωνικής κρυπτομέρειας
杉戸 すぎど
ουσιαστικό
- 01 πόρτα φτιαγμένη από κέδρο
杉並木 すぎなみき
ουσιαστικό
- 01 δενδροστοιχία από κρυπτομέριες (σουγκινάμικι)
杉板 すぎいた
ουσιαστικό
- 01 σανίδα από ξύλο κέδρου
杉垣 すぎがき
ουσιαστικό
- 01 φράχτης από κρυπτομέρια
杉箸 すぎばし
ουσιαστικό
- 01 ξυλάκια φαγητού από κέδρο
杉材 すぎざい
ουσιαστικό
- 01 ξύλο κέδρου
杉皮 すぎかわ
ουσιαστικό
- 01 φλοιός κέδρου
杉菜 すぎな
ουσιαστικό
- 01 αγριοκαλαμιά, κοντυλόχορτο (Equisetum arvense)
杉苔 すぎごけ
ουσιαστικό
- 01 πολυτρίχι
杉原紙 すぎはらがみ
ουσιαστικό
- 01 σουγκιχαραγκάμι, είδος παραδοσιακού ιαπωνικού χαρτιού παρόμοιου με το χαρτί χόσο, αλλά ελαφρώς λεπτότερο και πιο μαλακό
杉玉 すぎだま
ουσιαστικό
- 01 σουγκιντάμα, μπάλα φτιαγμένη από κλαδάκια ιαπωνικού κέδρου, που παραδοσιακά κρέμεται στα γείσα των ζυθοποιείων σάκε
杉叢 すぎむら
ουσιαστικό
- 01 πυκνό δάσος από κέδρους
杉花粉症 すぎかふんしょう
ουσιαστικό
- 01 αλλεργία στη γύρη κέδρου
杉石 すぎせき
ουσιαστικό
- 01 σουγκιλίτης, λαβουλίτης
杉毒蛾 すぎどくが
ουσιαστικό
- 01 Calliteara argentata (είδος νυχτοπεταλούδας)
杉の葉壁蝨 すぎのはだに
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ακάρεο της κρυπτομέριας (Oligonychus hondoensis)
杉内 すぎうち
επίθημα
- 01 υπερβολικά, εξαιρετικά, πάρα πολύ
杉平茸 スギヒラタケ
ουσιαστικό
- 01 μανιτάρι άγγελος (Pleurocybella porrigens)