12 αποτελέσματα για «杏»
杏 あんず
ουσιαστικό
- 01 βερίκοκο (Prunus armeniaca)
杏仁豆腐 あんにんどうふ
ουσιαστικό
- 01 ανιντόφου, γλυκό από πολτό και ζελατίνη πυρήνων βερίκοκου με φρούτα
杏仁 きょうにん
ουσιαστικό
- 01 σπόρος βερίκοκου, πυρήνας βερίκοκου
杏花 きょうか
ουσιαστικό
- 01 άνθος βερικοκιάς
杏林 きょうりん
ουσιαστικό
- 01 περιβόλι με βερικοκιές
- 02 γιατρός
杏ジャム あんずジャム
ουσιαστικό
- 01 μαρμελάδα βερίκοκο
杏酒 あんずしゅ
ουσιαστικό
- 01 λικέρ από βερίκοκο
杏茸 あんずたけ
ουσιαστικό
- 01 κανθαρέλλα (cantharellus cibarius)
杏仁油 きょうにんゆ
ουσιαστικό
- 01 έλαιο πυρήνων βερίκοκου, έλαιο βερίκοκου, έλαιο πέρσικου
杏林大学 きょうりんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Κιορίν
杏露酒 しんるちゅう
ουσιαστικό
- 01 σινρουτσού (κρασί από βερίκοκο)
杏
- 01 βερίκοκο