15 αποτελέσματα για «材»
材料 ざいりょう N3
ουσιαστικό
- 01 υλικά, συστατικά
- 02 υλικό (για μυθιστόρημα, πείραμα κ.λπ.), θέμα, αντικείμενο
- 03 βάση, λόγοι (για απόφαση, κρίση κ.λπ.), στοιχεία, αποδείξεις, δεδομένα
- 04 παράγοντας (αγοράς)
材質 ざいしつ
ουσιαστικό
- 01 υλικό
- 02 ιδιότητες υλικού, ποιότητα υλικού
- 03 ποιότητα ξύλου, ποιότητα ξυλείας
材 ざい
ουσιαστικό
- 01 ξύλο, ξυλεία
- 02 πρώτη ύλη, υλικό
- 03 ταλέντο, ικανότητα, ικανό άτομο
材木 ざいもく N2
ουσιαστικό
- 01 ξυλεία (για οικοδομικές εργασίες), δομική ξυλεία
材料費 ざいりょうひ
ουσιαστικό
- 01 κόστος υλικών
材木屋 ざいもくや
ουσιαστικό
- 01 έμπορος ξυλείας
材木商 ざいもくしょう
ουσιαστικό
- 01 ξυλέμπορος
材料不足 ざいりょうぶそく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη υλικών
材料工学 ざいりょうこうがく
ουσιαστικό
- 01 επιστήμη και μηχανική υλικών
材料科学 ざいりょうかがく
ουσιαστικό
- 01 επιστήμη των υλικών
材料力学 ざいりょうりきがく
ουσιαστικό
- 01 αντοχή υλικών, μηχανική των υλικών
材料リサイクル ざいりょうリサイクル
ουσιαστικό
- 01 ανακύκλωση υλικών
材料技術研究協会 ざいりょうぎじゅつけんきゅうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υλικών
材料部会 ざいりょうぶかい
ουσιαστικό
- 01 τμήμα επιστήμης και τεχνολογίας υλικών
材
- 01 ξυλεία
- 02 κορμός, κούτσουρο
- 03 ξυλεία (για κατασκευές)
- 04 ξύλο
- 05 υλικά
- 06 συστατικά
- 07 ταλέντο, προσόν