46 αποτελέσματα για «村»
村 むら N5
ουσιαστικό
- 01 χωριό
村人 むらびと
ουσιαστικό
- 01 χωρικός
村長 そんちょう
ουσιαστικό
- 01 κοινοτάρχης, δήμαρχος χωριού
村々 むらむら
ουσιαστικό
- 01 χωριά
村落 そんらく
ουσιαστικό
- 01 χωριό, μικρός οικισμός, συνοικισμός
村民 そんみん
ουσιαστικό
- 01 σομμίν (κάτοικος χωριού)
村娘 むらむすめ
ουσιαστικό
- 01 χωριατοπούλα
村雨 むらさめ
ουσιαστικό
- 01 περαστική μπόρα
村はずれ むらはずれ
ουσιαστικό
- 01 άκρη του χωριού, περίχωρα ενός χωριού
村内 そんない
ουσιαστικό
- 01 εντός του χωριού, μέσα στο χωριό
村八分 むらはちぶ
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικός αποκλεισμός
- 02 ολοκληρωτικός κοινωνικός αποκλεισμός νοικοκυριού (η αυστηρότερη τιμωρία στον νόμο των χωριών κατά την περίοδο Έντο)
村役場 むらやくば
ουσιαστικό
- 01 κοινοτικό κατάστημα, η έδρα της τοπικής διοίκησης σε ένα χωριό
村道 そんどう
ουσιαστικό
- 01 κοινοτικός δρόμος
村里 むらざと
ουσιαστικό
- 01 χωριό
村祭り むらまつり
ουσιαστικό
- 01 χωριάτικη γιορτή, φθινοπωρινό φεστιβάλ, γιορτή συγκομιδής
村会 そんかい
ουσιαστικό
- 01 κοινοτική συνέλευση
村社 そんしゃ
ουσιαστικό
- 01 χωριάτικο ιερό
村議会 そんぎかい
ουσιαστικό
- 01 κοινοτικό συμβούλιο
村づくり むらづくり
ουσιαστικό
- 01 ανάπτυξη αγροτικής κοινότητας, ενεργοποίηση αγροτικής κοινότητας
村興し むらおこし
ουσιαστικό
- 01 αναζωογόνηση χωριού, ανάπλαση χωριού (πρόγραμμα)