9 αποτελέσματα για «杓»

杓子定規 しゃくしじょうぎ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άκαμπτος, σχολαστικός, δύσκαμπτος, προσκολλημένος τυφλά στους κανόνες, προσκολλημένος αυστηρά στους κανόνες
杓子 しゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη κουτάλα
しゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κουτάλα, βαθιά κουτάλα
  2. 02 ανθρίσκος ο δασικός (Anthriscus sylvestris)
杓文字 しゃもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη κουτάλα, κουτάλα, σπάτουλα σερβιρίσματος ρυζιού
杓れる しゃくれる

ρήμα

  1. 01 προεξέχει το κάτω σαγόνι, έχω προγναθισμό
  2. 02 είμαι κοίλος, έχω κοίλο σχήμα
杓子果報 しゃくしかほう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 η απόλαυση άφθονων και νόστιμων γευμάτων, το να ευλογείται κανείς με καλή τύχη
杓鴫 しゃくしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 νουμήνιος (οποιοδήποτε πτηνό του γένους Numenius)
杓子で腹を切る しゃくしではらをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιχειρώ κάτι αδύνατο, κάνω χαρακίρι με κουτάλα
  1. 01 κουτάλα
  2. 02 σέσουλα