15 αποτελέσματα για «杜»

杜撰 ずさん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απρόσεκτος, πρόχειρος, ελαττωματικός
  2. 02 χρήση αναξιόπιστων πηγών (σε ένα κείμενο), κείμενο με αναξιόπιστες πηγές ή πολλά λάθη
杜若 カキツバタ

ουσιαστικό

  1. 01 κακιτσουμπάτα (ίρις η λεία)
杜氏 とうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιζυθοποιός σε ζυθοποιείο σάκε
杜鵑 とけん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
杜鵑花 とけんか

ουσιαστικό

  1. 01 σατσούκι αζαλέα (ροντόδενδρο το ινδικό)
杜松 ねず

ουσιαστικό

  1. 01 αγριοκυπάρισσο (Juniperus rigida), αρκευθος με βελόνες
杜漏 ずろう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αμελής, απρόσεκτος
杜仲茶 とちゅうちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάι τοτσούτσα (πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία, θεωρείται ευεργετικό για την απώλεια βάρους και σε περιπτώσεις υψηλής αρτηριακής πίεσης)
杜の都 もりのみやこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύουσα των δέντρων (παρατσούκλι για την πόλη Σεντάι)
杜仲 とちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ευκόμια η ελλειψοειδής (είδος υπό απειλή που χρησιμοποιείται συχνά στην κινεζική ιατρική)
杜父魚 かくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κακκούτσου (είδος ψαριού, Cottus kazika)
杜撰脱漏 ずさんだつろう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρος (ατημέλητος) και με πολλές παραλείψεις
杜鵑草 ほととぎす

ουσιαστικό

  1. 01 τρικυρτίς η τριχωτή, το φυτό ονομαζόμενο και χοτοτογκίσου
杜宇 とう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
  1. 01 δάσος
  2. 02 άλσος