27 αποτελέσματα για «束»

たば N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 δέμα, μάτσο, δεμάτι
束ねる たばねる N1

ρήμα

  1. 01 δένω σε δέσμη (π.χ. άχυρα, μαλλιά, χαρτονομίσματα, επιστολές), δεματοποιώ, συσκευάζω
  2. 02 κυβερνώ, διαχειρίζομαι, ελέγχω, διοικώ
  3. 03 διπλώνω (τα χέρια μου), σμίγω (τα χέρια μου)
束縛 そくばく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμός, δέσμευση, δεσμά, ζυγός, αλυσίδες
  2. 02 δέσιμο, περιορισμός με σχοινί
束になる たばになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω ομάδα, σχηματίζω δέσμη
そく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 πλέγμα
  2. 02 μετρητής για μεγάλες δεσμίδες (π.χ. 10 δεμάτια ρυζιού, 200 φύλλα χαρτιού καλλιγραφίας, 20 βέλη που σφυρίζουν, 100 ψάρια)
  3. 03 παλάμη (μονάδα μέτρησης του μήκους των βελών)
  4. 04 δεσμίδα
つか

ουσιαστικό

  1. 01 δοκός, μικρός κατακόρυφος στύλος
  2. 02 πάχος (ενός βιβλίου χωρίς το εξώφυλλο, μιας δέσμης χαρτιών, κ.λπ.)
  3. 03 παλάμη, δεσμίδα
束髪 そくはつ

ουσιαστικό

  1. 01 χτένισμα που καθιερώθηκε στην περίοδο Μεϊτζί, το οποίο αποτελείται από έναν κότσο δεμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού
束帯 そくたい

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά τελετουργική ενδυμασία της αυλής
束ね たばね

ουσιαστικό

  1. 01 δέμα, έλεγχος, διαχείριση
束子 たわし

ουσιαστικό

  1. 01 βούρτσα καθαρισμού, σύρμα κουζίνας
束脩 そくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δίδακτρα, τέλη εγγραφής, αμοιβή δασκάλου
  2. 02 δώρο αποξηραμένου κρέατος από νέο υποτελή ή μαθητή
束になってかかる たばになってかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι όλοι μαζί, ομαδική επίθεση
束ね積む たばねつむ

ρήμα

  1. 01 στοιβάζω τα δεμάτια (σιτηρών)
束柱 つかばしら

ουσιαστικό

  1. 01 κοντός στύλος που τοποθετείται ανάμεσα σε δοκάρι και κορυφογραμμή στέγης
束群 そくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα πλέγματος
束縛継承原理 そくばくけいしょうげんり

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της κληρονομικότητας δέσμευσης, αρχή BIP
束縛理論 そくばくりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία δέσμευσης
束縛変項 そくばくへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμευμένη μεταβλητή
束指標 たばしひょう

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης δέσμης
束表 たばひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας δεσμίδας