69 αποτελέσματα για «条»

条件 じょうけん N3

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη, όρος, απαίτηση, προϋπόθεση, προσόν
じょう

ουσιαστικό, άλλο, σύνδεσμος

  1. 01 άρθρο, ρήτρα, παράγραφος, διάταξη (σε έγγραφο)
  2. 02 επιμετρητής για γραμμές, ρίγες, λωρίδες, ακτίνες κ.λπ.
  3. 03 παρόλο που, αν και
  4. 04 καθώς, επειδή, εφόσον
  5. 05 τζο, βόρεια-νότια διαίρεση μιας αυτοκρατορικής πόλης που αποτελείται από δρόμους με κατεύθυνση δύσης-ανατολής και τα αντίστοιχα οικοδομικά τετράγωνά τους (στο σύστημα τζο-μπό)
条約 じょうやく N1

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη, σύμφωνο, συμβατική συμφωνία, συμφωνία
条件を満たす じょうけんをみたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πληρώ τις προϋποθέσεις, ικανοποιώ τους όρους
条件反射 じょうけんはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαρτημένο αντανακλαστικό
条件付き じょうけんつき

ουσιαστικό

  1. 01 υπό όρους, επιφυλακτικός, με προϋποθέσεις
条例 じょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 κανονισμοί, κανόνες
  2. 02 τοπικός κανονισμός, διάταγμα, καταστατικό, νόμος
条項 じょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ρήτρα, άρθρο, διατάξεις
条件が揃う じょうけんがそろう

άλλο, ρήμα

  1. 01 πληρώ τις προϋποθέσεις
条文 じょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κείμενο (νόμου, συνθήκης, συμβολαίου κ.λπ.), διατάξεις
条理 じょうり

ουσιαστικό

  1. 01 λογική, ορθός λόγος
条件を呑む じょうけんをのむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδέχομαι τους όρους
条件づけ じょうけんづけ

ουσιαστικό

  1. 01 συνειρμική μάθηση, εξαρτημένη μάθηση
条目 じょうもく

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρο, ρήτρα, διάταξη
条件分岐 じょうけんぶんき

ουσιαστικό

  1. 01 υπό συνθήκη διακλάδωση
条件闘争 じょうけんとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγμάτευση όρων
条件式 じょうけんしき

ουσιαστικό

  1. 01 υπό συνθήκη έκφραση
条規 じょうき

ουσιαστικό

  1. 01 όρος, διάταξη
条坊制 じょうぼうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολεοδομικό σύστημα με ορθογώνιο πλέγμα που χρησιμοποιήθηκε για την αυτοκρατορική πρωτεύουσα
条痕 じょうこん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικό σημάδι, εκδορά, αμυχή, ράβδωση