5 αποτελέσματα για «杢»

杢グレー もくグレー

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτί μελανζέ
杢糸 もくいと

ουσιαστικό

  1. 01 νήμα γκραντρέλ, νήμα μουλινέ, διάστικτο νήμα, νήμα απομίμησης στρίψης
杢調 もくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 παρδαλός (χρώμα υφάσματος), στικτός, κοκκώδης
もく

ουσιαστικό

  1. 01 νερά (σχέδιο στα ξύλα)
  1. 01 ξυλουργός
  2. 02 (κοκούτζι)