7 αποτελέσματα για «杭»

くい

ουσιαστικό

  1. 01 πάσσαλος, στύλος, πάσσαλος θεμελίωσης, χάρακας
  2. 02 κούτσουρο, απομεινάρι κομμένου δέντρου
杭打ち機 くいうちき

ουσιαστικό

  1. 01 πασσαλομπήκτης, μηχάνημα μπήξης πασσάλων
杭打ち くいうち

ουσιαστικό

  1. 01 πασσαλομπήξη, πάκτωση πασσάλων
杭周面摩擦力 くいしゅうめんまさつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 τριβή επιφάνειας πασσάλου
杭打設 くいうちせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πασσαλόπηξη
杭州 こうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Χανγκτζού (Κίνα)
  1. 01 πάσσαλος
  2. 02 στύλος
  3. 03 παλούκι