13 αποτελέσματα για «杯»
杯 はい
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ποτήρι σάκε, ποτήρι για οινοπνευματώδη ποτά
- 02 μετρητική λέξη για ποτήρια, μπολ, κουταλιές κ.λπ.
- 03 μετρητική λέξη για πλοία, σκάφη
- 04 μετρητική λέξη για χταπόδια και καλαμάρια
- 05 κύπελλο, πρωτάθλημα
杯 さかずき N1
ουσιαστικό
- 01 κύπελλο για αλκοολούχα ποτά, ποτήρι για σάκε
- 02 τελετουργική ανταλλαγή κυπέλλων (για την επικύρωση δεσμού ή όρκου)
杯を重ねる はいをかさねる
άλλο, ρήμα
- 01 πίνω το ένα ποτήρι σάκε μετά το άλλο
杯を差す さかずきをさす
άλλο, ρήμα
- 01 προσφέρω ποτήρι (σάκε)
杯盤 はいばん
ουσιαστικό
- 01 ποτήρια και πιάτα
杯を干す さかずきをほす
άλλο, ρήμα
- 01 πίνω το ποτήρι μέχρι τέλους
杯をする さかずきをする
άλλο, ρήμα
- 01 πίνω μαζί ένα κύπελλο σάκε (για τον εορτασμό κάποιου γεγονότος)
杯洗 はいせん
ουσιαστικό
- 01 μικρό σκεύος ή κύπελλο στο οποίο ξεπλένονται τα κύπελλα για σάκε (χαϊσέν)
杯事 さかずきごと
ουσιαστικό
- 01 δέσμευση που σφραγίζεται με την ανταλλαγή κυπέλλων σάκε, τελετουργική ανταλλαγή γαμήλιων κυπέλλων
杯洗い さかずきあらい
ουσιαστικό
- 01 μικρό σκεύος ή μπολ στο οποίο ξεπλένονται τα κύπελλα για το σάκε
杯盤狼藉 はいばんろうぜき
άλλο, επίρρημα
- 01 η ακαταστασία και το ανακάτεμα των ποτηριών και των πιάτων μετά από ένα πάρτι ή συμπόσιο, η διάσπαρτη και ακατάστατη κατάσταση αντικειμένων
杯 はた
άλλο
- 01 επιμετρητής για περιεχόμενο φλιτζανιού, μπολ, κουταλιού κ.λπ.
杯
- 01 μετρητής για ποτήρια, μετρητής για κούπες
- 02 ποτήρι κρασιού
- 03 ποτήρι
- 04 πρόποση