3 αποτελέσματα για «杳»

杳として ようとして

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εντελώς (άγνωστο, ειδικά για το πού βρίσκεται κάποιος), καθόλου, (καμία πληροφορία) απολύτως, καθόλου
よう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σκοτεινός, ακατανόητος, άγνωστος
  1. 01 σκοτάδι
  2. 02 αχνά, αμυδρά