4 αποτελέσματα για «杵»

杵 きね

ουσιαστικό

  1. 01 κόπανος, γουδοχέρι
杵 しょ

ουσιαστικό

  1. 01 βάτζρα (μυστικιστικό όπλο στον Ινδουισμό και τον Βουδισμό)
杵柄 きねづか

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάρι κόπανου
杵
  1. 01 ξύλινο γουδοχέρι