65 αποτελέσματα για «板»

いた N3

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα
  2. 02 φύλλο (μετάλλου), πλάκα (γυαλιού), τζάμι
  3. 03 ξύλο κοπής, επιφάνεια κοπής
  4. 04 σεφ, μάγειρας (ιδίως της ιαπωνικής υψηλής γαστρονομίας)
  5. 05 σκηνή (δηλαδή σε θέατρο)
板につく いたにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνηθίζω, εγκλιματίζομαι
  2. 02 εξοικειώνομαι με έναν ρόλο (πάνω στη σκηνή), δείχνω άνετος στον ρόλο μου
板張り いたばり

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση με ξύλινες σανίδες, ξύλινο πάτωμα
板挟み いたばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο πυρά, βρίσκομαι σε δίλημμα, είμαι διχασμένος ανάμεσα σε αντικρουόμενες απαιτήσεις
板の間 いたのま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο πάτωμα, δωμάτιο με ξύλινο πάτωμα
  2. 02 αποδυτήρια (σε δημόσιο λουτρό)
板前 いたまえ

ουσιαστικό

  1. 01 σεφ (ειδικότερα υψηλής ιαπωνικής κουζίνας), μάγειρας
  2. 02 χώρος της κουζίνας που περιλαμβάνει την επιφάνεια κοπής
板戸 いたど

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη πόρτα
板書 ばんしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γραφή στον πίνακα
板塀 いたべい

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος φράκτης, ξύλινο πέτασμα
板壁 いたかべ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος τοίχος
板状 ばんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σανιδόμορφος, πλακοειδής, σε μορφή φύλλου
板チョコ いたチョコ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάκα σοκολάτας, σοκολάτα σε πλάκα
板敷き いたじき

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο πάτωμα
板切れ いたきれ

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα ξυλείας, κομμάτι ξύλου
板金 ばんきん

ουσιαστικό

  1. 01 έλασμα, μεταλλικό φύλλο
板金鎧 ばんきんよろい

ουσιαστικό

  1. 01 πανοπλία από μεταλλικά ελάσματα
板長 いたちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιμάγειρας
板囲い いたがこい

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδωμα, ξύλινος φράχτης
板場 いたば

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα (σε εστιατόριο)
  2. 02 μάγειρας, αρχιμάγειρας
板ガラス いたガラス

ουσιαστικό

  1. 01 υαλοπίνακας, φύλλο γυαλιού