33 αποτελέσματα για «林»

はやし N4

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος, άλσος, συστάδα δέντρων, θαμνότοπος
  2. 02 δέσμη, συστάδα, σειρά, συλλογή
林檎 りんご

ουσιαστικό

  1. 01 μήλο (φρούτο)
  2. 02 μηλιά (το δέντρο)
林檎 りゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 μήλο
林立 りんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στέκομαι πυκνά, ορθώνομαι πληθωρικά
林道 りんどう

ουσιαστικό

  1. 01 δασικό μονοπάτι, πέρασμα μέσα από το δάσος
  2. 02 δασικός δρόμος για υλοτομία
林間学校 りんかんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική κατασκήνωση, σχολείο στη φύση
林業 りんぎょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 δασοκομία
林間 りんかん

ουσιαστικό

  1. 01 εντός δάσους
林家 りんか

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια που απασχολείται στον δασοκομικό τομέα, οικογένεια δασεργατών
林檎ジュース りんごジュース

ουσιαστικό

  1. 01 χυμός μήλου
林野 りんや

ουσιαστικό

  1. 01 δάση και αγροί
林邑楽 りんゆうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ινδικό τραγούδι και χορός (που εισήχθη στην Ιαπωνία από τους Τσαμ περίπου το 736 μ.Χ.)
林冠 りんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή δέντρων, θόλος δάσους, δασοσκεπή
林野庁 りんやちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Δασική Υπηρεσία (της Ιαπωνίας)
林学 りんがく

ουσιαστικό

  1. 01 δασοπονία, δασοκομία
林地 りんち

ουσιαστικό

  1. 01 δασική έκταση, δασότοπος
林鐘 りんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 η όγδοη νότα της αρχαίας χρωματικής κλίμακας στην Κίνα (αντιστοιχεί περίπου στη νότα Λα)
  2. 02 έκτος σεληνιακός μήνας
林内 りんない

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό δάσους, εσωτερικό άλσους
林木 りんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 δασικό δέντρο
林産 りんさん

ουσιαστικό

  1. 01 δασικά προϊόντα