5 αποτελέσματα για «柊»

ひいらぎ

ουσιαστικό

  1. 01 οσμανθός ο ετερόφυλλος (Osmanthus heterophyllus), ψευδοουίλεξ
  2. 02 ουίλεξ
  3. 03 λεϊογνάθος ο αυχενικός (Leiognathus nuchalis)
柊鰯 ひいらぎいわし

ουσιαστικό

  1. 01 χιιράγκι ιβάσι, αποτρεπτικό φυλαχτό που αποτελείται από κεφάλι σαρδέλας και κλαδί οξυακάνθου, τα οποία τοποθετούνται δίπλα στην εξώπορτα κατά τη διάρκεια της γιορτής Σετσουμπούν για την απομάκρυνση των δαιμόνων
柊南天 ひいらぎなんてん

ουσιαστικό

  1. 01 μαόνια η ιαπωνική, ιαπωνική μαόνια
柊菜 ひいらぎな

ουσιαστικό

  1. 01 μιζούνα (είδος ιαπωνικού λάχανου Brassica rapa var. nipposinica)
  1. 01 ίλεξ