13 αποτελέσματα για «柏»

柏木 かしわぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βελανιδιά
  2. 02 φρουρός αυτοκρατορικού παλατιού
かしわ

ουσιαστικό

  1. 01 κασίβα (είδος δρυός, Quercus dentata), ιαπωνική βελανιδιά
柏手を打つ かしわでをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 χτυπώ παλαμάκια κατά την προσευχή
柏手 かしわで

ουσιαστικό

  1. 01 κρότος των παλαμών κατά την προσευχή (σε ναό)
柏餅 かしわもち

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζόκυκλο τυλιγμένο σε φύλλα βελανιδιάς
  2. 02 ύπνος σε φουτόν διπλωμένο στη μέση
柏崎刈羽 かしわざきかりわ

ουσιαστικό

  1. 01 Κασιβαζάκι Κάριβα
柏レイソル かしわレイソル

ουσιαστικό

  1. 01 Κασίβα Ρεϊσόλ (ιαπωνική επαγγελματική ομάδα ποδοσφαίρου)
柏鵬 はくほう

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος κατά τη δεκαετία του 1960 που κυριαρχήθηκε από τους μεγάλους πρωταθλητές Ταϊχό και Κασίγουαντο
柏槙 びゃくしん

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός άρκευθος (Juniperus chinensis)
柏鵬時代 はくほうじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος κατά τη δεκαετία του 1960 όπου κυριαρχούσαν οι μεγάλοι πρωταθλητές Ταϊχό και Κασιγουάντο
柏葉ゴムの木 かしわばゴムのき

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό με φύλλα σαν της λεύκας (Ficus lyrata)
柏書房 かしわしょぼう

ουσιαστικό

  1. 01 Κασίβα Σόμπο (εκδοτικός οίκος)
  1. 01 δρυς
  2. 02 κυπαρίσσι