7 αποτελέσματα για «柑»

柑橘 かんきつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσπεριδοειδές, καρπός εσπεριδοειδούς
柑橘類 かんきつるい

ουσιαστικό

  1. 01 εσπεριδοειδές, εσπεριδοειδές φρούτο
柑子色 こうじいろ

ουσιαστικό

  1. 01 πορτοκαλί, κροκί (χρώμα του κίτρινου της μανταρινιάς)
柑子栗毛 こうじくりげ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινωπό καστανό (χρώμα τριχώματος αλόγου)
柑果 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 εσπεριδοειδές φρούτο (βοτανική)
柑橘系 かんきつけい

ουσιαστικό

  1. 01 εσπεριδοειδές, καρπός εσπεριδοειδούς
  2. 02 εσπεριδοειδές (ως κατηγορία αρώματος; σε αρώματα, απορρυπαντικά κ.λπ.), άρωμα εσπεριδοειδών
  1. 01 εσπεριδοειδές
  2. 02 πορτοκάλι