6 αποτελέσματα για «柘»

柘榴 ざくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ρόδι (Punica granatum)
柘植 つげ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πυξάρι (Buxus microphylla var. japonica)
柘榴石 ざくろいし

ουσιαστικό

  1. 01 γρανάτης
つみ

ουσιαστικό

  1. 01 μουριά (Morus bombycis)
柘榴口 ざくろぐち

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή πόρτα που χρησιμοποιούνταν στα δημόσια λουτρά για να εμποδίζεται η διαφυγή θερμότητας από το νερό (περίοδος Έντο)
  1. 01 άγρια μουριά