8 αποτελέσματα για «柚»

柚子 ゆず

ουσιαστικό

  1. 01 γιούζου (είδος εσπεριδοειδούς, Citrus ichangensis x C. reticulata)
柚子胡椒 ゆずこしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάστα καρυκεύματος από ξύσμα γιούζου και καυτερές πιπεριές (τσίλι)
柚餅子 ゆべし

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό ζυμαρικό στον ατμό με γεύση γιούζου
柚坊 ゆずぼう

ουσιαστικό

  1. 01 προνύμφη της χελιδονόπτερης πεταλούδας (επιβλαβές έντομο για τα εσπεριδοειδή)
柚香焼 ゆうがやき

επίθημα

  1. 01 ψημένος με άρωμα εσπεριδοειδούς
柚香菊 ゆうがぎく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός αστέρας (καλιμερίδα η πτερόλοβη), ψευδοαστέρας
柚柑 ゆこう

ουσιαστικό

  1. 01 γιούκο (Citrus yuko), ιαπωνική ποικιλία εσπεριδοειδούς
  1. 01 κιτρολέμονο