17 αποτελέσματα για «柱»

はしら

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 στύλος, κολόνα
  2. 02 στήριγμα, υποστήριξη, στυλοβάτης
  3. 03 μετρητική λέξη για βούδες, θεούς, ευγενείς κ.λπ.
柱時計 はしらどけい

ουσιαστικό

  1. 01 ρολόι τοίχου, επιδαπέδιο ρολόι
ちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα (μουσικού οργάνου όπως το κότο)
  2. 02 κύλινδρος, πρίσμα
柱廊 ちゅうろう

ουσιαστικό

  1. 01 ιοστοιχία, κιονοστοιχία
柱石 ちゅうせき

ουσιαστικό

  1. 01 στύλος, θεμέλιος λίθος
柱状 ちゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στυλοειδές σχήμα, κιονοειδές σχήμα
柱頭 ちゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 κιονόκρανο (του κίονα)
  2. 02 στύλος, το πάνω μέρος του υπέρου σε ένα άνθος
柱間 はしらま

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοκίονο (ο χώρος ή η απόσταση μεταξύ δύο κιόνων ή στύλων)
柱穴 ちゅうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 λακκούβα πασσάλου (αρχαιολογία)
柱上変圧器 ちゅうじょうへんあつき

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματιστής διανομής, μετασχηματιστής παροχής, επιστύλιος μετασχηματιστής
柱体 ちゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κύλινδρος, πρίσμα
柱暦 はしらごよみ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ημερολόγιο που αναρτάται σε κολόνα ή τοίχο
柱面 ちゅうめん

ουσιαστικό

  1. 01 κυλινδρική επιφάνεια
柱礎 ちゅうそ

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο
じゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τάστο (σε μπίβα)
柱書 はしらがき

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγική διάταξη νόμου ή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εισαγωγικό τμήμα, κύρια παράγραφος
  1. 01 κολόνα
  2. 02 στύλος
  3. 03 κύλινδρος
  4. 04 στήριγμα