27 αποτελέσματα για «柳»

やなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιτιά (οποιοδήποτε δέντρο του γένους Salix)
  2. 02 κλαίουσα ιτιά (Salix babylonica)
りゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αστερισμός Ιτιά (ένα από τα 28 σεληνιακά μέρη)
柳眉 りゅうび

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφα φρύδια, καλλίγραμμα φρύδια
柳に風 やなぎにかぜ

άλλο

  1. 01 διαχειρίζομαι καταστάσεις χωρίς να προκαλώ αναστάτωση, αντιμετωπίζω κάτι με ψυχραιμία και άνεση
柳腰 やなぎごし

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή μέση, καλλίγραμμη σιλουέτα, λυγερή κορμοστασιά
  2. 02 κορμός ιτιάς
柳行李 やなぎごうり

ουσιαστικό

  1. 01 ψάθινο μπαούλο
柳葉 やないば

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμή βέλους σε σχήμα φύλλου ιτιάς
  2. 02 τμήμα ιαπωνικού αναβολέα
  3. 03 φύλλο ιτιάς
柳緑花紅 りゅうりょくかこう

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινα άνθη και πράσινες ιτιές, όμορφο τοπίο της άνοιξης, φυσική ομορφιά, η ομορφιά της φύσης
柳樽 やなぎだる

ουσιαστικό

  1. 01 λακαρισμένο βαρέλι για σάκε (συχνά χρησιμοποιείται σε γάμους και άλλες εορταστικές εκδηλώσεις)
柳刃包丁 やなぎばぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι κουζίνας για σασίμι
柳条 りゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλαδί ιτιάς
柳橋新誌 りゅうきょうしんし

ουσιαστικό

  1. 01 Ριουκιό Σινσί (βιβλίο του Ναρουσίμα Ριουχόκου σχετικά με τις συνοικίες διασκέδασης Γιαναγκιμπάσι)
柳川鍋 やながわなべ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαναγκάουα νάμπε, γιαναγκάουα-νάμπε, βραστό με λούτσο, λούτσοι βρασμένοι σε σάλτσα σόγιας με αυγά και ψιλοκομμένη ρίζα κολλιτσίδας
柳暗花明 りゅうあんかめい

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφο ανοιξιάτικο τοπίο
  2. 02 συνοικία με οίκους ανοχής
柳は緑、花は紅 やなぎはみどり、はなはくれない

άλλο

  1. 01 φυσική κατάσταση, μη παρεμβατική παρέμβαση από τον άνθρωπο, η ιτιά είναι πράσινη και τα λουλούδια είναι πορφυρά
  2. 02 η άνοιξη είναι όμορφη
  3. 03 τα πράγματα είναι εκ φύσεως διαφορετικά, όλα τα πράγματα έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά
柳刃 やなぎば

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι κουζίνας για σασίμι
柳葉魚 ししゃも

ουσιαστικό

  1. 01 σιζάμο, είδος ψαριού (Spirinchus lanceolatus)
柳に雪折れなし やなぎにゆきおれなし

άλλο

  1. 01 το εύκαμπτο μπορεί να αποδειχθεί πιο ανθεκτικό από το σκληρό, η ιτιά δεν σπάει κάτω από το βάρος του χιονιού
柳蓼 やなぎたで

ουσιαστικό

  1. 01 υδροπέπερι (persicaria hydropiper)
柳巷花街 りゅうこうかがい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοικία κόκκινων φαναριών, περιοχή με οίκους ανοχής