5 αποτελέσματα για «柵»
柵 さく N3
ουσιαστικό
- 01 φράχτης, περίφραξη, κάγκελο
- 02 φρούριο
柵 しがらみ
ουσιαστικό
- 01 φράγμα, υδατοφράκτης
- 02 δεσμά, υποχρεώσεις, κοινωνικοί δεσμοί
柵 き
ουσιαστικό
- 01 οχυρό (περιβαλλόμενο από τείχος, τάφρο κ.λπ.)
柵状組織 さくじょうそしき
ουσιαστικό
- 01 παλισαιδικός ιστός
柵
- 01 πασσαλόφραχτος
- 02 φράχτης
- 03 φράγμα, υδατοφράκτης
- 04 περιπλέκω