15 αποτελέσματα για «査»
査定 さてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτίμηση (αξίας, ζημιών κ.λπ.), αναθεώρηση (προϋπολογισμού)
査察 ささつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθεώρηση (για συμμόρφωση), έρευνα (φορολογική κ.ά.)
査問 さもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρευνα, εξέταση, ακρόαση
査問委員会 さもんいいんかい
ουσιαστικό
- 01 εξεταστική επιτροπή, επιτροπή διερεύνησης
査定額 さていがく
ουσιαστικό
- 01 εκτιμώμενη αξία
査閲 さえつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθεώρηση, έλεγχος
査読 さどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ομότιμη αξιολόγηση, κριτική από ομότιμους
査証 さしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βίζα, θεώρηση διαβατηρίου
- 02 επικύρωση (π.χ. διαβατηρίου), σφράγιση
査収 さしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλεγχος και παραλαβή (τιμολογίου, αγαθών κ.λπ.), παραλαβή
査読者 さどくしゃ
ουσιαστικό
- 01 αξιολογητής (χειρογράφου), κριτής
査定価格 さていかかく
ουσιαστικό
- 01 εκτιμώμενη αξία, τιμή εκτίμησης, αποτίμηση
査定者 さていしゃ
ουσιαστικό
- 01 ασφαλιστής, εκτιμητής, αξιολογητής, ελεγκτής
査証申請人 さしょうしんせいじん
ουσιαστικό
- 01 αιτών θεώρηση εισόδου (βίζα)
査察官 ささつかん
ουσιαστικό
- 01 επιθεωρητής (φόρων κ.λπ.)
査
- 01 ερευνώ