11 αποτελέσματα για «柿»
柿 かき
ουσιαστικό
- 01 κάκι, ιαπωνικός λωτός (Diospyros kaki)
柿の木 かきのき
ουσιαστικό
- 01 λημονιά, ιαπωνική λημονιά, κάκι
柿の種 かきのたね
ουσιαστικό
- 01 σπόρος λωτού
- 02 πικάντικα ψημένα ή τηγανητά τσιπς από μότσι σε αυτό το σχήμα
柿ピー かきピー
ουσιαστικό
- 01 μείγμα φιστικιών και καυτερών ψημένων ή τηγανητών σνακ από ρύζι μότσι σε σχήμα σπόρων κάκι (ιαπωνικού λωτού)
柿色 かきいろ
ουσιαστικό
- 01 κοκκινωπό καφέ, κιτρινωπό καφέ, χρώμα του λωτού
柿渋 かきしぶ
ουσιαστικό
- 01 κακισίμπου, στυφός χυμός λωτού που χρησιμοποιείται ως βαφή ή για την επεξεργασία ξύλου, χαρτιού κ.ά.
柿落葉 かきおちば
ουσιαστικό
- 01 πεσμένα κόκκινα φύλλα λωτού
柿餅 かきもち
ουσιαστικό
- 01 μότσι γεμιστό με λωτό
柿の葉寿司 かきのはずし
ουσιαστικό
- 01 σούσι τυλιγμένο σε φύλλο λωτού
柿蘭 カキラン
ουσιαστικό
- 01 κακιράν (είδος ορχιδέας, Epipactis thunbergii)
柿
- 01 λωτός