4 αποτελέσματα για «栩»

栩栩 くく

άλλο

  1. 01 χαρούμενος, ευτυχισμένος
栩葺き とちぶき

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική κάλυψης στέγης με χοντρά ξύλινα κεραμίδια (συνήθως σε κτίρια ναών, σκηνές νο, κ.λπ.)
栩板 とちいた

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρή ξύλινη σχισμή στέγης (πάχους 1-3 εκατοστών, χρησιμοποιείται για κτίρια ναών και σκηνές νο)
  1. 01 είδος δρυός