9 αποτελέσματα για «栽»

栽培 さいばい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια
栽培者 さいばいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργητής, γεωργός, αγρότης
栽培家 さいばいか

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργητής, αγρότης
栽培種 さいばいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργούμενο είδος
栽培所 さいばいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτεία
栽培品種 さいばいひんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργούμενη ποικιλία (cultivar), αγροτικός τύπος
栽培化 さいばいか

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια φυτών
栽植 さいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια φυτών, καλλιέργεια (βλάστησης), φύτευση
  1. 01 φυτεία
  2. 02 φύτευση, φύτεμα