19 αποτελέσματα για «桂»
桂 かつら
ουσιαστικό
- 01 κατσούρα (Cercidiphyllum japonicum), ιαπωνική κερκιδίφυλλο
桂馬 けいま
ουσιαστικό
- 01 ίππος
- 02 κέιμα, κίνηση ίππου, πέτρα τοποθετημένη σε απόσταση κίνησης ίππου από άλλη πέτρα του ίδιου χρώματος
桂 けい
ουσιαστικό
- 01 ίππος (στο σκάκι σόγκι)
桂庵 けいあん
ουσιαστικό
- 01 γραφείο εύρεσης υπηρετικού προσωπικού και προξενημάτων (περίοδος Έντο), διαμεσολαβητής, προξενητής
- 02 κολακεία, κόλακας
- 03 περίοδος Κεϊάν (15 Φεβρουαρίου 1648 - 18 Σεπτεμβρίου 1652)
桂剥き かつらむき
ουσιαστικό
- 01 περιστροφική κοπή, πολύ λεπτό ξεφλούδισμα σε μακριά λωρίδα (π.χ. ραπανάκι, καρότο, ξύλο για κόντρα πλακέ κ.λπ.)
桂皮 けいひ
ουσιαστικό
- 01 κανέλα, κασσία (φλοιός)
桂林 けいりん
ουσιαστικό
- 01 δάσος από κέδρους, όμορφο δάσος
桂冠詩人 けいかんしじん
ουσιαστικό
- 01 ποιητής βραβευμένος με επίσημο τίτλο από το κράτος
桂園時代 けいえんじだい
ουσιαστικό
- 01 Κεϊέν τζιντάι (η περίοδος μεταξύ του τέλους του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου και της Πολιτικής Κρίσης της Ταϊσό, περίπου 1905-1912)
桂冠 けいかん
ουσιαστικό
- 01 δάφνινο στεφάνι
桂男 かつらおとこ
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος που ζει στο φεγγάρι
桂月 けいげつ
ουσιαστικό
- 01 φεγγάρι
桂成り けいなり
ουσιαστικό
- 01 προαγωγή ίππου
桂皮酸 けいひさん
ουσιαστικό
- 01 κινναμωμικό οξύ
桂花 けいか
ουσιαστικό
- 01 κέικα (είδος αρωματικού φυτού του γένους Όσμανθος), γλυκιά ελιά
桂花陳酒 けいかちんしゅ
ουσιαστικό
- 01 κρασί οσμανθού, κρασί με άρωμα γλυκόριζας
桂魚 けつぎょ
ουσιαστικό
- 01 κετσγκιό, κινεζική πέρκα (Siniperca chuatsi)
桂枝茯苓丸 けいしぶくりょうがん
ουσιαστικό
- 01 κεϊσιμπουκουριογκάν, παραδοσιακό κινεζικό φάρμακο που συνταγογραφείται για γυναικολογικές διαταραχές
桂
- 01 ιαπωνικό δέντρο του Ιούδα
- 02 κανελόδεντρο