13 αποτελέσματα για «桟»

桟橋 さんばし N1

ουσιαστικό

  1. 01 προβλήτα, γέφυρα, αποβάθρα, προβλήτα
さん

ουσιαστικό

  1. 01 πλαίσιο (π.χ. συρόμενης πόρτας)
  2. 02 δοκάρι, οριζόντιο δοκάρι
  3. 03 ξύλινος σύρτης (για το κλείσιμο πόρτας ή παραθύρου)
  4. 04 βαθμίδα (σκάλας)
えつり

ουσιαστικό

  1. 01 υπόστρωμα (κάτω από αχυρένια στέγη)
  2. 02 πήχης (που χρησιμοποιείται ως βάση για τοίχο από λάσπη και σοβά)
  3. 03 διακοσμητικά δοκάρια (από εναλλασσόμενο ξύλο και μπαμπού)
桟敷 さじき

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρείο (θεάτρου), εξώστης, θεωρείο
  2. 02 κερκίδες (θέσεις για θεατές)
桟道 さんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο μονοπάτι (σε απότομη πλαγιά βουνού, γκρεμό, κ.λπ.), διάδρομος
桟俵 さんだわら

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένιο κάλυμμα που κλείνει τα δύο άκρα ενός δοχείου ρυζιού
桟唐戸 さんからど

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη ταμπλαδωτή πόρτα
桟留縞 さんとめじま

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερό ύφασμα με ρίγες που εισαγόταν από το Σάο Τομέ, και το οποίο επίσης αντιγράφηκε στην Ιαπωνία
桟を打ち付ける さんをうちつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 καρφώνω ένα πηχάκι πάνω σε
桟竹 えつりだけ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόστρωμα (κάτω από αχυρένια στέγη)
  2. 02 διακοσμητικά δοκάρια (από εναλλασσόμενο ξύλο και μπαμπού)
桟戸 さんど

ουσιαστικό

  1. 01 σαντό, ξύλινη πόρτα με πηχάκια, πόρτα ενισχυμένη με εγκάρσιες δοκούς στην πίσω πλευρά
桟瓦 さんがわら

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμίδι με καμπύλη
  1. 01 σκαλωσιά, ικρίωμα
  2. 02 γάντζος, τάκος, κράσπεδο
  3. 03 πλαίσιο, σκελετός
  4. 04 προβλήτα, αποβάθρα
  5. 05 σύρτης (πόρτας)