6 αποτελέσματα για «桧»
桧皮 ひわだ
ουσιαστικό
- 01 φλοιός κυπαρισσιού
桧笠 ひのきがさ
ουσιαστικό
- 01 κωνικό καπέλο από ξύλο κυπαρισσιού
桧皮葺 ひわだぶき
ουσιαστικό
- 01 στέγη από φλοιό κυπαρισσιού, επικάλυψη με φλοιό χινόκι
桧葉叉 ひばまた
ουσιαστικό
- 01 αρκτικό φύκος (Fucus evanescens)
桧扇貝 ひおうぎがい
ουσιαστικό
- 01 χιόουγκι-γκάι (ευγενές χτένι, Chlamys nobilis)
桧
- 01 ιαπωνικό κυπαρίσσι