7 αποτελέσματα για «桶»
桶 おけ
ουσιαστικό
- 01 κουβάς, κάδος, σκάφη
桶屋 おけや
ουσιαστικό
- 01 βαρελοποιός, κατασκευαστής βαρελιών
桶側胴 おけがわどう
ουσιαστικό
- 01 πανοπλία σαμουράι με πλευρές σαν βαρέλι
桶柑 たんかん
ουσιαστικό
- 01 τάνκαν (είδος εσπεριδοειδούς, Citrus tankan), μανταρίνι τάνκαν
桶太鼓 おけだいこ
ουσιαστικό
- 01 οκετάικο, βαρελοειδές τύμπανο, τύμπανο με ίσιο σώμα
桶胴太鼓 おけどうだいこ
ουσιαστικό
- 01 οκεντό-ντάικο, τύμπανο σε σχήμα βαρελιού με ευθύγραμμο σώμα
桶
- 01 κάδος
- 02 κουβάς