9 αποτελέσματα για «梱»
梱包 こんぽう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συσκευασία, δεματοποίηση, πακετάρισμα
梱 こり
ουσιαστικό, άλλο
- 01 τυλιγμένο δέμα, δέμα
- 02 ψάθινο μπαούλο, ψάθινες αποσκευές
梱包材 こんぽうざい
ουσιαστικό
- 01 υλικό συσκευασίας (κουτιά, μονωτικά υλικά, αντικραδασμική προστασία κ.λπ.)
梱包箱 こんぽうばこ
ουσιαστικό
- 01 κιβώτιο συσκευασίας
梱る こうる
ρήμα
- 01 πακετάρω, συσκευάζω σε κιβώτιο, δεματοποιώ
梱包費 こんぽうひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα συσκευασίας
梱包爆薬 こんぽうばくやく
ουσιαστικό
- 01 σακίδιο εκρηκτικών
梱包資材 こんぽうしざい
ουσιαστικό
- 01 υλικό συσκευασίας
梱
- 01 συσκευάζω
- 02 δένω
- 03 δέμα