10 αποτελέσματα για «梳»

梳く すく

ρήμα

  1. 01 χτενίζω, ξεμπλέκω (μαλλιά)
  2. 02 αραιώνω (μαλλιά), μειώνω τον όγκο τους
梳かす とかす

ρήμα

  1. 01 χτενίζω, βουρτσίζω, ξεμπλέκω, λύνω
梳る くしけずる

ρήμα

  1. 01 χτενίζω
梳毛 そもう

ουσιαστικό

  1. 01 χτενισμένο μαλλί
梳き引き すきびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τεχνική αφαίρεσης λεπιών ψαριού
梳毛織物 そもうおりもの

ουσιαστικό

  1. 01 μαλλί πενιέ, ύφασμα από μαλλί πενιέ
梳綿機 そめんき

ουσιαστικό

  1. 01 λανταριστική μηχανή
梳き油 すきあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό λάδι μαλλιών, πομάδα
梳毛糸 そもうし

ουσιαστικό

  1. 01 χτενισμένο νήμα
  1. 01 χτενίζω